biografiko.com :: http://biografiko.com ::

 

Καζαντζάκης Νίκος (1885 - 1957)
 
Ο παγκοσμίας φήμης μεγάλος αυτός Έλληνας ποιητής της περίφημης `Οδύσσειας` και πεζογράφος (συγγραφέας πλείστων όσων μυθιστορημάτων, δραμάτων, ταξιδιωτικών εντυπώσεων και φιλοσοφικών πραγματειών (γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και πέθανε στην πόλη Φράιμπουργκ της δ. Γερμανίας, σε ηλικία 72 ετών. Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Καζαντζάκης, ένας εύπορος μεν, αλλά αρκετά πρωτόγονος στα ήθη του χωρικός, αμίλητος και ακοινώνητος, ένα πραγματικό `θεριό`, που ο συγγραφέας τον σκιαγράφησε (χρησιμοποιώντας τον και ως πρότυπο) στο μυθιστόρημά του `Καπετάν Μιχάλης`.
Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και μετά πήγε στο Παρίσι, όπου έκανε φιλοσοφικές μελέτες, κοντά στον ονομαστό Γάλλο φιλόσοφος Μπερξόν. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εκτός από τις καθαρά λογοτεχνικές ενασχολήσεις του, χρημάτισε για μεγάλο διάστημα και δημοσιογράφος, δίνοντας αρκετές συνεργασίες του σε περιοδικά κι εφημερίδες. Στην αρχή τις υπέγραφε με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης, αργότερα όμως χρησιμοποίησε το αληθινό του ονοματεπώνυμο.
Πριν ακόμα πάει στο Παρίσι είχε κάνει την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα με το αφήγημα `Όφις και κρίνο` (1906).
Κατόπιν, στα 1909, έβγαλε στην καθαρεύουσα τη φιλοσοφική διατριβή `Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας` και τον επόμενο χρόνο (1910) την τραγωδία του `Ο πρωτομάστορας`, με υπόθεση βασισμένη στον θρύλο της στερέωσης του γεφυριού με την ανθρωποθυσία.
Μετά έγραψε τις τραγωδίες `Οδυσσέας`, `Χριστός` και `Νικηφόρος Φωκάς` (1912 – 1922).
Στο μεταξύ αυτό, και με τη συνεργασία της τότε γυναίκας του, επίσης λογοτέχνιδος, Γαλάτειας Αλεξίου – Καζαντζάκη, έγραψε ορισμένα σχολικά εγχειρίδια, κάποια απ `τα οποία και βραβεύθηκαν. Πήρε επίσης – ο ίδιος μόνο αυτή τη φορά – και δύο βραβεία σε δραματικούς αγώνες.
Από το Μάιο του 1919 ως το Νοέμβριο του 1920 ο Νίκος Καζαντζάκης υπηρέτησε σαν Γενικός διευθυντής του νεοσύστατου τότε Υπουργείου της Περίθαλψης, με την ιδιότητα του δε αυτή διεκπεραίωσε μια σπουδαία εθνική αποστολή: το να μεταφέρει τους ξεριζωμένους Έλληνες του Καυκάσου πίσω στην πατρίδα τους Ελλάδα.
Άλλαξε, κατά καιρούς, αρκετά πολιτικά και θρησκευτικά `πιστεύω`: μπερξονιστής, νιτσεϊκός, θαυμαστής του Βούδα, του Χριστού, του Άγιου Φραγκίσκου της Ασίζης, του Λένιν και κάθε άλλης δυνατής προσωπικότητας του κόσμου. Καθώς έγραφε η τότε γυναίκα του Γαλάτεια: `Αγωνίζεται ολομόναχος, πάνω στο θέατρο των προφητικών εμπνεύσεων του`. Το λογοτεχνικό του έργο του φαινόταν κάποτε μάταιο κι ατελέσφορο. Ένας δαίμονας από τα παιδικά του ακόμη χρόνια είχε θρονιαστεί μέσα του, μη αφήνοντας του περιθώρια για ανάπαυση και ηρεμία.
Έγραψε επίσης τα έργα: `ασκητική` (ένα από τα αριστουργήματά του, ένα έργο με υπόβαθρο γνήσια φιλοσοφικό), `Το είδα στη Ρουσσία` (1928), `Ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας` (1920), `Ισπανία` (1937), `Ιαπωνία – Κίνα` (1938), `Οδύσσεια`, ένα μακροσκελέστατο ποίημα του με 33.333 στίχους (1938), το δράμα `Μέλισσα` (1939), `Ταξιδεύοντας – Αγγλία` (1941), την τραγωδία `Ιουλιανός` (1945), την επίσης τραγωδία `Καποδίστριας` (1946).
Τέλος, ο γίγαντας αυτός της πέννας και της σκέψης έγραψε τα εξής έργα, τα οποία είναι εκείνα που τον έκαναν μετά διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο: `Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά`, `Ο Καπετάν Μιχάλης`, `Ο Χριστός ξανασταυρώνεται`, `Ο φτωχούλης του θεού`, `Τόντα Ράμπα`, `Ο τελευταίος πειρασμός`, `Αναφορά στο Γκρέκο` κ.α.
Ταξίδεψε πάρα πολλές φορές σ` όλα σχεδόν τα μέρη του κόσμου (Παλαιστίνη, Κύπρο, Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Ιαπωνία, Κίνα κ.λπ.)
Συνδεότανε πολύ στενά με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Ελληνορουμάνο ποιητή Παναϊτ Ιστράτι.
Το τελευταίο ταξίδι της ζωής του το επιχείρησε κατά το έτος 1957 στην Ιαπωνία και την Κίνα, γυρίζοντας ξανά εκεί μετά από είκοσι και πλέον χρόνια. Μόλις είχε τελειώσει την περιήγησή του στις δύο αυτές χώρες και ήταν έτοιμος να αναχωρήσει, επιστρέφοντας σε κάποια συνοριακή κωμόπολη του έκαναν εμβόλιο κατά της ευλογιάς, το οποίο όμως ύστερα του προξένησε ορισμένες σοβαρές επιπλοκές στον εξασθενημένο οργανισμό του, με αποτέλεσμα να πεθάνει μετά λίγες μέρες, γυρίζοντας προς τη Γαλλική Αντίμπ,, στο Φράιμπουργκ της Σαξονίας (Δυτικής Γερμανίας).
Το λείψανό του – με επιθυμία του ίδιου – μεταφέρθηκε στην Κρήτη και συγκεκριμένα στην πατρίδα του το Ηράκλειο, όπου και τάφηκε με μέγιστες τιμές, στο πιο ψηλό `μπεντένι` του ξακουστού εκεί βενετσιάνικου κάστρου. Πάνω στον λιτό και τελείως απέριττο τάφο του έγραψαν – πάλι κατά δική του επιθυμία – τη φράση του: `Δεν ελπίζω τίποτα. Δε φοβάμαι τίποτα. Είμαι λεύτερος`.